Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

Όποιος νύχτα περπατά...



*(To παρακάτω κείμενο δεν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας, τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι αληθινά. Ονόματα δεν θα αναφερθούν για ευνόητους λόγους.  Όλα όσα θα ακολουθήσουν, έλαβαν χώρα σε ένα τριτοδεύτερο σκυλάδικο , το οποίο βρίσκεται σε κάποιον επαρχιακό δρόμο, παρακλάδι της εθνικής οδού Αθηνών – Λαρίσης…)
   
Αν ήξερα τι θα συνέβαινε την αποφράδα εκείνη νύχτα, δεν θα είχα πάρει ποτέ την απόφαση να βγω έξω, για να πάω να «διασκεδάσω» σε κάποιο νυχτερινό κέντρο,  αντιθέτως θα γυρνούσα τρεις φορές το μάνταλο στην πόρτα του σπιτιού μου και θα το έπαιζα «ελεύθερη πολιορκημένη». Αλλά, «στερνή μου γνώση να σ΄ είχα πρώτα»…

Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή… υπάρχουν κάποιες φορές που οι περιστάσεις είναι ιδιαίτερες και απαιτούν μια μεγάλη έξοδο στην οποία επιβάλλεται να κάψεις το πελεκούδι (το οποίο μέχρι σήμερα ποτέ δεν κατάλαβα από τι υλικό είναι φτιαγμένο και είναι  τόσο εύφλεκτο, αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα). Μια τέτοια ειδική περίπτωση, ήταν ένα βράδυ Σαββάτου, του φετινού χειμώνα, που με αφορμή ενός σημαντικού γεγονότος, ετοιμαζόμουν για μια μεγάλη νυχτερινή έξοδο.


Δυστυχώς για εμένα, κάποιος από την παρέα, είχε την «φαεινή» ιδέα να επισκεφτούμε ένα παρακμιακό σκυλάδικο, λίγο έξω από την πόλη και λόγω του ότι δεν είναι κάτι  που γενικά το συνηθίζουμε, συμφωνήσαμε όλοι σχετικά γρήγορα. Ένα στοιχείο παραπάνω, που μας έκανε να πούμε γρήγορα το «ναι», ήταν πως εκείνη την περίοδο στο μαγαζί, τραγουδούσε ως πρώτο όνομα, μια γνωστή, πάλαι ποτέ αοιδός του καθαρόαιμου σκυλάδικου και θα ήταν ευκαιρία να δούμε κάτι διαφορετικό και αυθεντικό. Και από εκείνη τη στιγμή, άρχισε για εμένα, η «Οδύσσεια μιας ποιοτικής μουσικόφιλης».

…..Ώρα 12.15 πμ και μόλις φτάσαμε έξω από το μαγαζί (το  σεπτό Ναό του γαβ-γαβ θέλω να πω). Το ξέρω ότι ήταν νωρίς για ένα τέτοιο μαγαζί, αλλά δεν είχαμε κλείσει τραπέζι και δεν θέλαμε να πάρουμε το ρίσκο του να μη βρούμε (βέβαια τώρα με την κρισάρα και το σκυλάδικο άδειο ήταν). Οπότε μπαίνουμε μέσα δειλά – δειλά και καθόμαστε δεύτερο τραπέζι πίστα. Μετά από ένα τέταρτο αναμονής, το πρόγραμμα ανοίγει μια κοπέλα σεμνή και χαμηλοβλεπούσα με σπουδαίες φωνητικές ικανότητες, αυτό που λένε από φωνή …κορμάρα. Αρχικά λοιπόν είπε κάμποσα καινούρια ελαφρό –λαϊκά τραγούδια, έπειτα όμως θέλησε να μας «καταπλήξει». Αυτό που ακολούθησε είναι ανείπωτο. Χωρίς καμία αισχύνη, χωρίς φόβο αλλά με πολύ πάθος, άρχισε να τραγουδάει την «Κιβωτό» της Ελένης Βιτάλη σε ρυθμούς oriental, εννοείται ότι το «υπερθέαμα» συνοδεύονταν από αντίστοιχο χορευτικό…! Αυτό ήταν και το πρώτο πολιτισμικό σοκ για εμένα!


Μισή  ώρα αργότερα, στο πάλκο ανέβηκε για να εκτελέσει (στα τρία μέτρα) τραγούδια μια άλλη αγνή, άσπιλη και αθώα παιδούλα. Η κοπέλα, μάλλον από την πολλή χαρά της που θα έβγαινε το νυχτοκάματο και εκείνη τη νύχτα, βγήκε να τραγουδήσει χωρίς εσώρουχο, ως μια άλλη καλλίπυγος φαινομηρίδα.


Λίγο μετά τη φαινομηρίδα, στην πίστα ανέβηκε μια τραγουδίστρια που ακούγονταν κάπως. Είχε περάσει τα πρώτα  –άντα και ήταν σχετικά ευπρεπώς ντυμένη. Και εκεί που είπα από μέσα μου… ΖΗΤΩ- θα ακούσουμε και κανένα τραγούδι απόψε, «σκάει μύτη» από ένα τραπέζι στο βάθος, ένας μεγάλος θαυμαστής της αοιδού, ο οποίος για να δείξει το θαυμασμό του για εκείνη αποφασίζει να την κάνει «Επιτάφιο». Άρχισε να της ρίχνει τα λουλούδια μαζί με τα πανέρια, με τρομερή ορμή. Ένα πανέρι την βρήκε την άμοιρη στο δόξα πατρί και έτσι δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει καν το δεύτερο τραγούδι της.  Εγώ εκείνη τη στιγμή, εντελώς συνειρμικά απήγγειλα από μέσα μου την «Πρέβεζα»  του Καρυωτάκη (Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται στους μαύρους τοίχους και τα κεραμίδια…).


Η νύχτα ακόμη προμηνύονταν μακριά, καθώς δεν είχε εμφανιστεί καν η τραγουδίστρια για την οποία είχαμε πάει στο κέντρο.


Μετά την τραυματισμένη τραγουδίστρια, το πρόγραμμα συνέχισαν κάποια διακοσμητικά στοιχεία που με περίσσιο θράσος, αυτοαποκαλούνται τραγουδίστριες. Και ενώ η νύχτα κυλούσε βασανιστικά, αντιλήφτηκα ότι  σε ένα τραπέζι εκεί κοντά, το οποίο αποτελούνταν από μια παρέα πέντε ανδρών, τα αίματα είχαν ανάψει για τα καλά και η παρέα πιάστηκε στα χέρια. Για την ακρίβεια είχαν πέσει ήδη δυο - τρεις μπουνιές. Τον λόγο μέχρι σήμερα δεν το κατάλαβα. Πάντως όταν ο Μετρ του μαγαζιού πήγε να τους χωρίσει, τις έφαγε κανονικότατα και αυτός. Τελικά η παρέα μετά από λίγο ξύλο εντός του μαγαζιού έφυγε και συνέχισε το ξύλο απέξω. Εγώ πάλι συνειρμικά, εκείνη τη στιγμή σιγοψιθύριζα το ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη, «Της αγάπης Αίματα».


Μετά από αυτό το «ευχάριστο» διάλλειμα, η βραδιά συνεχίστηκε με τις «καλλίφωνες»  αρτίστες να «αποθεώνουν το ελληνικό πεντάγραμμο». Αλλά τα βασανιστήρια μου δεν τελείωναν. Κάτω από την πίστα και ακριβώς μπροστά μου, έβγαλε ρίζες ο θαμώνας που είχε τραυματίσει πριν την τραγουδίστρια, με το πανέρι. Όπως αποδείχτηκε σύντομα, δεν ήταν μόνο θιασώτης της εν λόγω κυρίας αλλά και όλων των άλλων που την ακολούθησαν στη πίστα. Οπότε έκατσε εκεί για να «αποθεώσει» αυτές που «αποθέωναν το ελληνικό πεντάγραμμο». Για κάθε μια που ανέβαινε να τραγουδήσει άνοιγε και ένα μπουκάλι σαμπάνια.  Και εγώ να βλέπω τους φελλούς να παίζουν πινγκ-πονγκ με το ταβάνι ακριβώς πάνω από την κούτρα μου. Εκείνη τη στιγμή, ο λογισμός μου είχε φύγει από την ελληνική ποίηση και είχε πάει στον ελληνικό κινηματογράφο: «Όχι άλλο κάρβουνο!!!» και στο «Είναι πολλά τα λεφτά Άρη».


Μετά από όλα αυτά, να αναφέρω, πως δεν είχα τις ψυχικές δυνάμεις να κάτσω να περιμένω για να ακούσω, την τραγουδίστρια για την οποία είχαμε πάει στο μαγαζί. Η ώρα ήταν 03.45 πμ και το πρώτο όνομα δεν είχε βγει να τραγουδήσει ακόμη. Βλέπετε η αρχί –σκυλού είχε κυριολεκτικά «πιει όλον το Βόσπορο» και δεν ήταν σε θέση πια να τραγουδήσει.Οπότε στις 4.00 πμ ακριβώς και μετά από ένα τετράωρο φριχτών βασανιστηρίων που όμοια τους δεν είχε περάσει ούτε η Αλίκη Βουγιουκλάκη στην «Υπολοχαγό Νατάσσα» αποφασίσαμε να πάρουμε των ομματίων μας και να φύγουμε.


Κατά την ηρωική μας έξοδο, εγώ για να βρω τον εαυτό μου, άρχισα να τραγουδάω έντεχνο: «Άλλο δράμα δεν θα ζήσω, φτάνει αυτό το αποψινό..».